ανθρωπιστικός

επίθετο

Που δείχνει ενδιαφέρον για τον άνθρωπο και τις ανάγκες του, ιδίως με στόχο την ανακούφιση της δυστυχίας, την προστασία της αξιοπρέπειας και τη βελτίωση των συνθηκών ζωής.

Συνώνυμα

ανθρωπιστικός φιλανθρωπικός ανθρωποκεντρικός φιλεύσπλαχνος φιλοπρόοδος ανθρώπινος συμπονετικός ευσπλαχνικός

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Το σχολείο οργανώνει ένα ανθρωπιστικό πρόγραμμα βοήθειας για τους πρόσφυγες.
  • Η χώρα έστειλε ανθρωπιστική βοήθεια στις πληγείσες περιοχές.
  • Οι ανθρωπιστικές οργανώσεις προσφέρουν τρόφιμα και ιατρική φροντίδα.
  • Η επέμβαση ήταν αναγκαία για λόγους ανθρωπιστικούς.
  • Στο μάθημα των ανθρωπιστικών σπουδών μελετούν ιστορία, φιλολογία και φιλοσοφία.