επιθετικός
επίθετο1. Που επιτίθεται ή έχει τάση, πρόθεση ή συμπεριφορά επιθετική προς άλλους, βίαιη ή εχθρική.
2. Που ενεργεί με έντονη πρωτοβουλία και επιθετική στρατηγική ή τακτική, επιδιώκοντας την επίθεση ή την κυριαρχία (π.χ. σε άθλημα, επιχειρήσεις ή πολιτική).
Συνώνυμα
επιτιθέμενος προσβλητικός βίαιος πολεμοχαρής εριστικός απειλητικός εχθρικός ορμητικός οξύ πολεμικός αγριεμένος εκφοβιστικός ετοιμοπόλεμος μαχητικός υβριστικός επιδρομικός σκληρός αδυσώπητος δυναμικός προκλητικός ασεβής θρασύς εντατικός αρπακτικό αδίστακτος ασυγκράτητος δραστικός καταιγιστικός πολεμοκάπηλος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο επιθετικός της ομάδας σκόραρε στο τελευταίο λεπτό.
- Η συμπεριφορά του στη συζήτηση ήταν υπερβολικά επιθετική.
- Η εταιρεία ακολούθησε μια επιθετική διαφημιστική στρατηγική.
- Οι γείτονες αντέδρασαν στην επιθετική ενέργεια με διπλωματικά μέτρα.
- Ο γιατρός είπε ότι ο όγκος φαίνεται επιθετικός και χρειάζεται άμεση θεραπεία.