μοχθηρός
επίθετοΠου χαρακτηρίζεται από κακή διάθεση, σκληρότητα ή πρόθεση να προκαλεί βλάβη, ταλαιπωρία ή κακό στους άλλους.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο μοχθηρός μάγος έκανε τα πάντα για να εξαπατήσει τους χωρικούς.
- Η μοχθηρή γάτα μάς κοιτούσε καχύποπτα από την άκρη του δρόμου.
- Έπλεξε ένα μοχθηρό σχέδιο για να πάρει την περιουσία του θείου του.
- Το βλέμμα του ήταν μοχθηρό και γεμάτο απειλή.
- Δεν κατάφερε να κρύψει το μοχθηρό του χαμόγελο.
- Το παιδί έδωσε μια μοχθηρή απάντηση και έφυγε θυμωμένο.