απαλός
επίθετο1. Που έχει απαλή, μαλακή υφή και προσφέρει ευχάριστη αίσθηση στην αφή.
2. Που είναι ήπιος στην ένταση ή στον ήχο, χωρίς οξύτητα ή σκληρότητα.
3. Που προκαλεί ή εκφράζει τρυφερότητα, ευγένεια ή καλοσύνη στη συμπεριφορά.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το πουλόβερ είναι απαλό.
- Έχεις πολύ απαλή φωνή όταν μιλάς.
- Το φως του δωματίου είναι απαλό και δεν ενοχλεί τα μάτια.
- Ένιωσα ένα απαλό άγγιγμα στον ώμο.
- Ο απαλός άνεμος διάλυσε τα σύννεφα.
- Η σάλτσα έχει μια απαλή γεύση βασιλικού.