ήμερος
επίθετο1. Που έχει υποστεί εξημέρωση και παρουσιάζει συμπεριφορά προσαρμοσμένη στη συνύπαρξη με τον άνθρωπο, χωρίς άγριες ή ανεξέλεγκτες αντιδράσεις.
2. Που έχει ήπιο, ήρεμο και συνεργάσιμο χαρακτήρα ή έκφραση, χωρίς έντονες εξάρσεις ή σφοδρότητα.
Συνώνυμα
ήπιος ήρεμος ήσυχος εξημερωμένος δαμασμένος υπάκουος πειθήνιος ευπειθής απαλός υποταγμένος πειθαρχημένος καλοσυνάτος μαλακός υποχωρητικός συμβιβαστικός ευγενικός χαλαρός συγκρατημένος ειρηνικός
Αντώνυμα
άγριος ατίθασος αδάμαστος απειλητικός σφοδρός αγρίμι ανυπάκουος απείθαρχος επιθετικός βίαιος αγριεμένος ανυπότακτος τρομαχτικός ευέξαπτος σκληρός ανεξέλεγκτος
Παραδείγματα χρήσης
- Ο ήμερος σκύλος πλησίασε τον επισκέπτη χωρίς φόβο.
- Ο καθηγητής ήταν πάντα ήμερος απέναντι στους μαθητές του.
- Παρά τη φασαρία, ο κόσμος στην πλατεία παρέμεινε ήμερος.
- Μετά από μήνες εκπαίδευσης, ο άγριος ίππος έγινε ήμερος.
- Ένας ήμερος πολίτης σπάνια παίρνει μέρος σε βίαιες συγκρούσεις.