ήμερος

επίθετο

1. Που έχει υποστεί εξημέρωση και παρουσιάζει συμπεριφορά προσαρμοσμένη στη συνύπαρξη με τον άνθρωπο, χωρίς άγριες ή ανεξέλεγκτες αντιδράσεις.

2. Που έχει ήπιο, ήρεμο και συνεργάσιμο χαρακτήρα ή έκφραση, χωρίς έντονες εξάρσεις ή σφοδρότητα.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο ήμερος σκύλος πλησίασε τον επισκέπτη χωρίς φόβο.
  • Ο καθηγητής ήταν πάντα ήμερος απέναντι στους μαθητές του.
  • Παρά τη φασαρία, ο κόσμος στην πλατεία παρέμεινε ήμερος.
  • Μετά από μήνες εκπαίδευσης, ο άγριος ίππος έγινε ήμερος.
  • Ένας ήμερος πολίτης σπάνια παίρνει μέρος σε βίαιες συγκρούσεις.