βάναυσος

επίθετο

1. Που εκδηλώνει σκληρότητα ή βίαιη συμπεριφορά απέναντι σε πρόσωπα ή ζώα, χωρίς επιείκεια ή οίκτο.

2. Που χαρακτηρίζεται από τραχύτητα και αδρότητα στην έκφραση, τις πράξεις ή το ύφος, με έλλειψη λεπτότητας και σεβασμού.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η συμπεριφορά του ήταν βάναυσος και απάνθρωπη.
  • Δέχτηκε έναν βάναυσος ξυλοδαρμό από τους επιτιθέμενους.
  • Πρόκειται για έναν βάναυσος φόνο που συγκλόνισε την πόλη.
  • Οι συνθήκες κράτησης ήταν βάναυσος και απάνθρωπες.
  • Η γλώσσα του κειμένου είναι σκληρή και βάναυσος.