διακοπή
ουσιαστικό1. Κατάσταση κατά την οποία η συνέχεια μιας ενέργειας, λειτουργίας ή διαδικασίας σταματά προσωρινά ή οριστικά.
2. Διακοπή της παροχής ηλεκτρικής ενέργειας, νερού ή άλλων υπηρεσιών, με αποτέλεσμα προσωρινή απώλεια λειτουργίας.
Συνώνυμα
παύση σταμάτημα ασυνέχεια στάση διάλειμμα αναστολή ανακοπή αποκοπή τερματισμός κατάπαυση απενεργοποίηση ανάσα κλείσιμο ακύρωση ανάπαυλα αναβολή διάκενο καταγγελία αδρανοποίηση ακινητοποίηση μπλοκάρισμα ανάσχεση διατάραξη πάγωμα παρακώλυση παρεμβολή ανάπαυση κόψιμο κοπή σβήσιμο αποσύνδεση αποκλεισμός διαταραχή ανακωχή αναμονή απόσυρση αργία διάλυση εκεχειρία κατάργηση λήξη βλάβη δυσλειτουργία
Αντώνυμα
συνέχεια συνέχιση ρεύμα λειτουργία κυκλοφορία σύνδεση ακολουθία προώθηση επιχείρηση ανανέωση αναπαραγωγή διαδοχή επανέναρξη επανασύνδεση κρίκος αδιακοπία χρήση κίνηση πέρασμα αλυσίδα δραστηριότητα εκτέλεση επικοινωνία οδήγηση έναρξη μετάδοση διαδικασία ξεκίνημα συνεδρία διασύνδεση συναλλαγή σύνδεσμος παραγωγή ενεργοποίηση γέφυρα διέλευση διακίνηση εκκίνηση ενασχόληση ολοκλήρωση ομαλότητα παροχή περάτωση στήριξη χορήγηση χορηγία υπηρεσία ενίσχυση κάθισμα εκστρατεία κούρσα καμπάνια κανάλι δίαυλος επιχορήγηση πρότζεκτ δραστηριοποίηση επέλαση μπάσιμο συνάρτηση τελείωση επανεκκίνηση σεζόν ροή διάρκεια διατήρηση φορά κύκλος εξέλιξη ανάκριση περιήγηση μάθημα έκδοση αγώνισμα ματς επανένωση προπόνηση συνοχή
Παραδείγματα χρήσης
- Η διακοπή της ηλεκτροδότησης κράτησε δύο ώρες.
- Ζήτησε μια διακοπή στη συνάντηση για να πάρει νερό.
- Η ξαφνική διακοπή της σύνδεσης προκάλεσε απώλεια δεδομένων.
- Μια προγραμματισμένη διακοπή λειτουργίας θα γίνει αύριο για συντήρηση.
- Η γιατρός περιγράφει τη διακοπή της αναπνοής ως επείγον περιστατικό.