συνοχή
ουσιαστικό1. Ιδιότητα ενός υλικού ή σώματος κατά την οποία τα επιμέρους μέρη συγκρατούνται μεταξύ τους λόγω εσωτερικών δυνάμεων, με αποτέλεσμα να διατηρείται ενιαίο και σταθερό.
Συνώνυμα
συνεκτικότητα ενότητα συσπείρωση συνάφεια συνέπεια ομοιογένεια συγκόλληση συγκολλητικότητα κολλητικότητα αρμονία ομόνοια σύνδεση συνέχεια συνδεσιμότητα συμπαγότητα σταθερότητα σύμπνοια δεσμός ακεραιότητα ομοφωνία ομοψυχία σμίξιμο
Αντώνυμα
ασυνεκτικότητα ασυνέπεια ανακολουθία αποσύνδεση διάσπαση ασυναρτησία ρήξη αντίφαση ασυνέχεια ανομοιογένεια σκόρπισμα θρυμματισμός αταξία κάταγμα μπάχαλο σχίσμα αποσχισμός διατάραξη διχασμός μπερδεμάρα παραλλαγή ρωγμή αντιφατικότητα διακοπή αντιδιαστολή παρεμβολή σχισμή
Παραδείγματα χρήσης
- Η συνοχή της σάλτσας ήταν ιδανική για το πιάτο.
- Η συνοχή της ομάδας στο έργο οδήγησε στην έγκαιρη παράδοση.
- Η συνοχή του κειμένου κάνει το επιχείρημα πιο πειστικό.
- Η συνοχή του εδάφους στο εργοτάξιο δυσκόλεψε την εκσκαφή.
- Κατά τη διάρκεια της κρίσης, η συνοχή της κοινότητας αποδείχτηκε ζωτική.