χορηγία
ουσιαστικό1. Παροχή χρημάτων, υλικών ή υπηρεσιών από άτομο, εταιρεία ή οργανισμό προς άτομο, εκδήλωση, έργο ή φορέα, με σκοπό την υποστήριξη της λειτουργίας, της ανάπτυξης ή της προβολής τους.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η χορηγία της εταιρείας κάλυψε τα έξοδα του φεστιβάλ.
- Η ομάδα έλαβε χορηγία για τη διεξαγωγή της έρευνας.
- Μια χορηγία μεγάλης αξίας στο νοσοκομείο επέτρεψε την αγορά νέου εξοπλισμού.
- Η τηλεοπτική εκπομπή προβλήθηκε με χορηγία διαφημιστών.
- Η χορηγία στον αθλητικό σύλλογο αναγράφτηκε στη φανέλα της ομάδας.