δυσλειτουργία
ουσιαστικό1. Κατάσταση στην οποία ένα σύστημα, όργανο, μηχανισμός ή διαδικασία δεν λειτουργεί κανονικά ή αποδοτικά, με αποτέλεσμα περιορισμένη ή εσφαλμένη απόδοση.
Συνώνυμα
κακολειτουργία διαταραχή βλάβη σφάλμα ελάττωμα αστοχία αποτυχία χάλασμα κόλλημα συντριβή κατάρρευση πρόβλημα ανωμαλία διακοπή απορύθμιση ανεπάρκεια ανικανότητα πάθηση
Αντώνυμα
λειτουργία λειτουργικότητα συνάρτηση ομαλότητα ευρυθμία αποτελεσματικότητα αποδοτικότητα επιτυχία κανονικότητα
Παραδείγματα χρήσης
- Η δυσλειτουργία του υπολογιστή προκάλεσε απώλεια σημαντικών αρχείων.
- Η δυσλειτουργία του θυρεοειδούς επηρεάζει το μεταβολισμό και την ενέργεια.
- Η δυσλειτουργία στην επικοινωνία του ζευγαριού οδήγησε σε συχνούς καυγάδες.
- Η δυσλειτουργία του συστήματος υγείας έγινε εμφανής κατά τη διάρκεια της κρίσης.
- Η δυσλειτουργία των νεφρών απαιτεί άμεση ιατρική παρέμβαση.