επιχορήγηση

ουσιαστικό

Χρηματική ή υλική παροχή προς άτομο, οργανισμό ή φορέα, συνήθως από το δημόσιο ή από ιδιωτικό φορέα, προοριζόμενη για την υποστήριξη συγκεκριμένης δραστηριότητας, έργου ή λειτουργικής ανάγκης και συχνά συνοδευόμενη από όρους ή προϋποθέσεις.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η επιχορήγηση του έργου θα καλύψει τα έξοδα κατασκευής.
  • Ζήτησαν επιχορήγηση για την έρευνα πάνω στην τεχνητή νοημοσύνη.
  • Το υπουργείο ανακοίνωσε νέα επιχορήγηση για τις μικρές επιχειρήσεις.
  • Χωρίς επιχορήγηση το φεστιβάλ δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί.
  • Η επιτροπή ενέκρινε την επιχορήγηση μετά από αξιολόγηση του φακέλου.