κοπή
άλλο1. Το σημείο ή το αποτέλεσμα όπου ένα αντικείμενο, υλικό ή επιφάνεια έχει χωριστεί, αφαιρεθεί ή διακοπεί με εργαλείο ή άλλο μέσο.
2. Η ενέργεια του να κόβεται κάτι ή να αφαιρείται τμήμα του.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η κοπή του δέντρου έγινε χθες το πρωί.
- Η κοπή της πίτας θα γίνει στην αρχή της εκδήλωσης.
- Η κοπή του ρεύματος κράτησε δύο ώρες.
- Το τραύμα ήταν βαθύ, με καθαρή κοπή στο χέρι.
- Η κοπή των τιμών αύξησε τις πωλήσεις.