ματς
ουσιαστικό1. Διοργάνωση κατά την οποία δύο ή περισσότεροι συμμετέχοντες ή ομάδες ανταγωνίζονται μεταξύ τους υπό συγκεκριμένους κανόνες και χρονικά όρια, με σκοπό τον καθορισμό αποτελέσματος, νίκης ή βαθμολογικής κατάταξης.
Συνώνυμα
αγώνας αναμέτρηση σπιρτό ταίριασμα αγώνισμα παιχνίδι αντιστοίχηση ματσάρισμα αγών συναγωνισμός διαγωνισμός ντέρμπι μονομαχία αντιπαράθεση ταίρι ζευγάρι ανταγωνισμός συνάντηση συνδυασμός ποδόσφαιρο
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το ματς ήταν συναρπαστικό ως το τελευταίο λεπτό.
- Το επόμενο ματς ξεκινά στις οκτώ το βράδυ.
- Έκανα ένα ματς με μια κοπέλα στην εφαρμογή χθες.
- Αυτό το σακάκι κάνει τέλειο ματς με τα παπούτσια σου.
- Το ματς ανάμεσα στις εγγραφές των δύο βάσεων δεδομένων βγήκε θετικό.