ασυνέχεια
ουσιαστικόΚατάσταση ή ιδιότητα όπου υπάρχει διακοπή, ρήξη ή έλλειψη συνέχειας σε μια πορεία, σχέση, σειρά ή φαινόμενο.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Παρατηρείται μια ασυνέχεια στο κείμενο, γιατί λείπει μια ολόκληρη παράγραφος.
- Η ασυνέχεια της αφήγησης μπέρδεψε τους αναγνώστες.
- Στο γράφημα φαίνεται μια μικρή ασυνέχεια στην καμπύλη της συνάρτησης.
- Η ασυνέχεια μεταξύ των δύο προτάσεων κάνει το επιχείρημα λιγότερο πειστικό.
- Οι συνεχείς αλλαγές προκάλεσαν ασυνέχεια στη λειτουργία της ομάδας.