σιωπάω

ρήμα

1. Δεν προφέρω λόγια ή ήχους και παραμένω σιωπηλός.

2. Αποφεύγω ή συγκρατώ την έκφραση γνώμης, σχολίου ή αντίδρασης για κάτι.

3. Κρατώ μυστικότητα και δεν αποκαλύπτω πληροφορίες ή γεγονότα.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Στη συζήτηση, συχνά σιωπάω όταν δεν έχω άποψη.
  • Όταν βλέπω αδικία, δεν σιωπάω, μιλώ για να υπερασπιστώ τους αδύναμους.
  • Για το μυστικό αυτό έμαθα πολλά, αλλά σιωπάω για το καλό της ομάδας.
  • Μερικές φορές σιωπάω για να μην πληγώσω κάποιον.
  • Ακόμα κι όταν όλοι γύρω φώναζαν, εγώ σιωπάω και παρατηρώ.