σιωπώ

ρήμα

1. Δεν εκφράζω λόγια ή ήχους· παραμένω σιωπηλός.

2. Αρνούμαι ή αποφεύγω να απαντήσω ή να σχολιάσω σε ερώτηση ή κατάσταση.

3. Κρατώ μυστικό ή δεν αποκαλύπτω πληροφορίες μέσω της σιωπής.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

μιλάω μιλώ ομιλώ λέω ξεστομίζω αναπαράγω αναφέρομαι αντιδρώ αποκρίνομαι διαλέγομαι διηγούμαι εκδηλώνομαι εκδηλώνω εκφωνώ θίγω καταγγέλλω κουβεντιάζω λέγω ουρλιάζω συνδιαλέγομαι συνομιλώ σχολιάζω εννοώ ακούγομαι χτυπώ βγάζω απαντώ απαντάω καταθέτω τραγουδάω επικοινωνώ τραγουδώ ξαναλέω συζητάω ρωτώ συζητώ καρφώνω ανακινώ ανταπαντώ απαγγέλλω απευθύνομαι αρθρώνω βροντοφωνάζω διαλαλώ εκδίδω θορυβώ κηρύσσω κράζω μουγκρίζω παραληρώ προαναγγέλλω προφέρω τοποθετούμαι φράζω εκφράζομαι αποκαλύπτω ομολογώ φωνάζω κραυγάζω ανακοινώνω αναφέρω διατυπώνω διακηρύσσω διαμαρτύρομαι επισημαίνω επιχειρηματολογώ ερωτώ μαρτυρώ μνημονεύω προσφωνώ γνωρίζω σηκώνω ρωτάω χτυπάω αποκαλώ εκρήγνυμαι παρουσιάζω προδίδω δηλώνω γελώ αμύνομαι γκρινιάζω γνωστοποιώ επεμβαίνω κατονομάζω κοινοποιώ ξεθάβω ξεκαρδίζομαι ονοματίζω σφηνώνομαι υποδηλώνω εξομολογούμαι αναγγέλλω αποκαλύπτομαι εκθέτω ενεργώ ερευνώ ζωντανεύω ξεσπάω παρεμβαίνω σπαράζω συνεννοούμαι φανερώνω σημαίνω ακούω τηλεφωνώ ενημερώνω γιορτάζω ειδοποιώ απολογούμαι αναγνωρίζω γελάω ανεγείρω αντεπιτίθεμαι γλεντάω διαφωτίζω παραπονιέμαι

Παραδείγματα χρήσης

  • Όταν με ρωτούν για προσωπικά, σιωπώ.
  • Σε δύσκολες συζητήσεις, σιωπώ για να μην πληγώσω κανέναν.
  • Μπροστά στο απρόσμενο θέαμα, σιωπώ και παρακολουθώ με δέος.
  • Κατά τη διάρκεια της τελετής, σιωπώ από σεβασμό.
  • Στην ανάκριση, σιωπώ μέχρι να συμβουλευτώ τον δικηγόρο μου.
  • Στο ημερολόγιό μου έγραψα: «σιωπώ όταν το μυαλό μου χρειάζεται χρόνο να σκεφτεί».