κινητοποιώ

ρήμα

1. Κάνω κάποιον ή κάτι να δράσει, να μετακινηθεί ή να βρεθεί σε κατάσταση ετοιμότητας για μια ενέργεια.

2. Ενεργοποιώ ανθρώπους ή ομάδες ώστε να συμμετάσχουν οργανωμένα σε κάποια προσπάθεια ή διεκδίκηση.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Προσπαθώ να κινητοποιώ τους μαθητές μου με ενδιαφέρουσες δραστηριότητες.
  • Οι αρχές θα κινητοποιήσουν άμεσα τα συνεργεία για την αποκατάσταση των ζημιών.
  • Η ανακοίνωση του ατυχήματος κινητοποίησε πολλούς εθελοντές.
  • Ο φόβος για την καθυστέρηση την κινητοποίησε να τελειώσει γρήγορα τη δουλειά της.
  • Η απειλή της πυρκαγιάς κινητοποίησε όλη την πυροσβεστική δύναμη της περιοχής.