εκρήγνυμαι
ρήμα1. Συμβαίνει ξαφνική, βίαιη έκρηξη ή ρήξη σε αντικείμενο, συσκευή ή ουσία, συχνά με έντονο θόρυβο και διασπορά θραυσμάτων ή αερίων.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Κάθε φορά που με αδικούν, εκρήγνυμαι σε θυμό.
- Με την απρόσμενη ατάκα του, εκρήγνυμαι σε γέλια.
- Όταν ακούω τέτοιες ειδήσεις, εκρήγνυμαι σε λυγμούς.
- Φοβάμαι μήπως κάποια μέρα εκρήγνυμαι από τη μεγάλη πίεση, όπως ένα ηφαίστειο.
- Στο τέλος της ομιλίας, εγώ εκρήγνυμαι σε θερμό χειροκρότημα.