ηρεμώ
ρήμα1. Σταματώ να είμαι ανήσυχος ή ταραγμένος και αποκτώ εσωτερική γαλήνη.
2. Κάνω κάποιον ή κάτι να παύσει να είναι ανήσυχος, ταραγμένος ή θορυβώδης, προσφέροντας καταπράυνση ή ησυχία.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
ταράζομαι αναστατώνομαι εκνευρίζομαι πανικοβάλλομαι χτυπάω χαλάω εκρήγνυμαι φρικάρω τρομάζω αγχώνομαι αδημονώ εγείρω εκνευρίζω μεριμνώ ξεσαλώνω τρέμω αγωνιώ ανασταίνομαι ανατριχιάζω θορυβώ ξεφαντώνω πρήζω στριφογυρίζομαι σαστίζομαι σφαδάζω θυμώνω αγριεύομαι ανησυχώ τρέχω βιάζομαι ενοχλώ τρελαίνομαι χορεύω ανακατεύομαι πληγώνω φοβίζω καίγομαι τρελαίνω αντιδρώ βασανίζομαι εγείρομαι καταλαμβάνω ξεσπάω παθιάζομαι περιφέρομαι σπαράζω στενοχωριέμαι στροβιλίζομαι ταράζω φουντώνω αλωνίζω ανεγείρω αποσυντονίζω ενοχλούμαι ξεσηκώνομαι παραληρώ παρασέρνομαι πικραίνομαι σείω στριφογυρίζω στροβιλίζω τρομάζομαι εξαγριώνω σαστίζω φοβερίζω φρίττω χτυπιέμαι διεγείρομαι συγκλονίζομαι αναστατώνω πειράζω φοβάμαι πονάω σκάω κλαίω πολεμάω παλεύω ανάβω κουράζω ανυπομονώ αγωνίζομαι αναζωπυρώνω ενθουσιάζομαι κοπιάζω μάχομαι μοχθώ ουρλιάζω περιστρέφομαι πονώ αντεπιτίθεμαι απογειώνομαι βουρκώνω εκστασιάζομαι ζορίζομαι στενοχωρούμαι τσακίζομαι φλέγομαι κλονίζω κοπανάω τσακώνομαι
Παραδείγματα χρήσης
- Όταν ανασαίνω βαθιά, ηρεμώ.
- Ακόμα κι αν γίνεται φασαρία γύρω μου, εγώ ηρεμώ.
- Μετά τον τσακωμό, σιγά σιγά ηρεμώ.
- Καθώς κοιτάζω τη θάλασσα, ηρεμώ και αισθάνομαι καλύτερα.
- Σε στιγμές άγχους, ηρεμώ με ασκήσεις αναπνοής.