σκάω

ρήμα

1. Προκαλώ απότομη ρήξη ή έκρηξη που απελευθερώνει αέριο ή υλικό, συνήθ. με θόρυβο (π.χ. μπαλόνι ή λάστιχο σκάει).

2. Βιώνω ή κατακλύζομαι από έντονη σωματική ή ψυχική κατάσταση, όπως ζέστη, ντροπή ή κόπωση.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • σκάω στα γέλια κάθε φορά που τον ακούω.
  • σκάω απ' τη ζέστη όταν δεν ανοίγει το κλιματιστικό.
  • σκάω μύτη στο πάρτι χωρίς να το περιμένει κανείς.
  • σκάω τα λεφτά για την επισκευή του αυτοκινήτου, παρόλο που δεν ήθελα.
  • σκάω από τη ντροπή όταν θυμάμαι το λάθος μου.