πληγώνω
ρήμα1. Προκαλώ σωματικό τραυματισμό ή πόνο σε άνθρωπο ή ζώο με χτύπημα, κόψιμο, τρύπημα, κάκωση ή άλλο μέσο.
2. Προκαλώ συναισθηματικό πόνο, λύπη ή απογοήτευση σε κάποιον με λόγια ή πράξεις που θίγουν τα αισθήματα, την αξιοπρέπεια ή την εμπιστοσύνη του.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Δεν θέλω να πληγώνω τους φίλους μου με τα λόγια μου.
- Κατά λάθος πληγώνω το δάχτυλό μου όταν κόβω λαχανικά.
- Συνήθως πληγώνω ανθρώπους που αγαπώ χωρίς να το καταλαβαίνω.
- Προσπαθώ να μάθω πώς να μιλάω ώστε να μην πληγώνω τους άλλους.
- Φοβάμαι ότι θα πληγώνω κάποιον όταν εκνευρίζομαι.