ανακουφίζομαι
ρήμα1. Νιώθω ελάφρυνση του σωματικού πόνου ή της φυσικής δυσφορίας όταν αυτοί μειώνονται.
2. Νιώθω μείωση του ψυχικού άγχους, της ανησυχίας ή της συναισθηματικής πίεσης.
Συνώνυμα
ξελαφρώνομαι καθησυχάζομαι ανασαίνω χαλαρώνω ηρεμώ ησυχάζω παρηγοριέμαι αποφορτίζομαι αναστενάζω καταπραΰνομαι ξεκουράζομαι αναπαύομαι λυτρώνομαι ξεφουσκώνω ηρεμίζομαι αναρρώνω θεραπεύομαι ικανοποιούμαι
Αντώνυμα
αγχώνομαι ανησυχώ αναστατώνομαι ταράζομαι τρομάζομαι πανικοβάλλομαι σπαράζω στενοχωριέμαι ταλαιπωρούμαι υποφέρω πονάω φοβάμαι στεναχωριέμαι βασανίζομαι συγκλονίζομαι απογοητεύομαι θλίβομαι οδύρομαι πασχίζω πονώ κουράζομαι πνίγομαι καταθλίβομαι καταπιέζομαι πικραίνομαι στενοχωρούμαι μελαγχολώ κακοπαθώ
Παραδείγματα χρήσης
- Όταν παίρνω το σωστό φάρμακο και ο πόνος υποχωρεί, ανακουφίζομαι.
- Μόλις έμαθα ότι όλα πήγαν καλά στην εξέταση, ανακουφίζομαι.
- Όταν οι φίλοι μου αναλαμβάνουν ένα κομμάτι της δουλειάς, ανακουφίζομαι.
- Κάθε φορά που μιλάω με τη γιατρό και μου εξηγεί την κατάσταση, ανακουφίζομαι.
- Μετά τη γυμναστική και το τέντωμα, ανακουφίζομαι από την ένταση στη μέση.