φοβίζω
ρήμα1. Προκαλώ φόβο ή τρόμο σε κάποιον, κάνοντάς τον να νιώσει απειλή, πανικό ή έντονη ανησυχία.
2. Χρησιμοποιώ απειλές, επιθετική συμπεριφορά ή άλλες πιέσεις για να κάνω κάποιον να διστάσει, να υποχωρήσει ή να υπακούσει.
Συνώνυμα
τρομάζω εκφοβίζω φοβερίζω τρομοκρατώ κατατρομάζω πανικοβάλλω απειλώ εκβιάζω ταράζω συνταράσσω προειδοποιώ αποθαρρύνω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Μερικές φορές φοβίζω τα παιδιά για πλάκα, αλλά μετά ζητάω συγγνώμη.
- Ως δάσκαλος προσπαθώ να μην φοβίζω τους μαθητές μου.
- Με την αυστηρή μου στάση φοβίζω τους νέους συνεργάτες και δυσκολεύω τη συνεργασία.
- Όταν φωνάζω δυνατά έξω από το σπίτι μου, φοβίζω τους πιθανούς διαρρήκτες και φεύγουν.
- Χρησιμοποιώ την παρουσία μου για να φοβίζω τους αντιπάλους στις διαπραγματεύσεις.