ανάβω
ρήμα1. Προκαλώ την εμφάνιση φωτιάς ή φλόγας σε υλικό ή αντικείμενο, ώστε αυτό να αρχίσει να καίει.
2. Θέτω σε λειτουργία φωτιστικό, ηλεκτρική ή μηχανική συσκευή, με αποτέλεσμα την παραγωγή φωτός, θερμότητας ή λειτουργίας.
Συνώνυμα
ανάπτω αναφλέγω ανοίγω ερεθίζομαι βάζω ψήνομαι φλέγω φλέγομαι φωτίζω ενεργοποιώ ξεσηκώνομαι εκκινώ ενεργοποιούμαι πυροδοτώ φλογίζω φουντώνω αναζωπυρώνω πυρπολώ ενθουσιάζομαι προκαλώ καπνίζω καίω ψήνω διεγείρω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Κάθε βράδυ ανάβω το φωτιστικό στο σαλόνι.
- Πριν το γεύμα ανάβω ένα κερί στο τραπέζι.
- Το χειμώνα ανάβουμε τη σόμπα κάθε πρωί.
- Στην κατασκήνωση χθες ανάψαμε φωτιά για να μαγειρέψουμε.
- Μην τον ενοχλείς, ανάβει εύκολα.