αγχώνομαι

ρήμα

1. Βιώνω έντονη εσωτερική ένταση και ψυχοσωματική δυσφορία, συχνά με φυσικές αντιδράσεις (π.χ. ταχυπαλμία, εφίδρωση, δυσκολία συγκέντρωσης), ως άμεση απάντηση σε πιεστικές ή απαιτητικές καταστάσεις.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Πριν από κάθε σημαντική εξέταση αγχώνομαι.
  • Όταν αγχώνομαι, δεν μπορώ να κοιμηθώ καλά.
  • Συχνά αγχώνομαι ακόμα και χωρίς εμφανή λόγο.
  • Δεν έχει νόημα να αγχώνομαι για πράγματα που δεν μπορώ να ελέγξω.
  • Μπροστά στο κοινό αγχώνομαι και δυσκολεύομαι να μιλήσω.