ζορίζομαι
ρήμα1. Βρίσκομαι υπό πίεση ή σε στενή, δύσκολη θέση που περιορίζει την ικανότητά μου να ενεργήσω ή να ανταποκριθώ με άνεση.
2. Καταβάλλω έντονη προσπάθεια ή κάνω κόπο για να ολοκληρώσω κάτι ή να υπερβώ ένα εμπόδιο.
Συνώνυμα
δυσκολεύομαι πιέζομαι παλεύω κοπιάζω κακοπαθώ τραβιέμαι ταλαιπωρούμαι κουράζομαι κολλάω στριμώχνομαι σκοτώνομαι σέρνομαι ανησυχώ πάσχω ταράζομαι διαβιώνω ενοχλούμαι
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Στην απότομη ανηφόρα ζορίζομαι να φτάσω στην κορυφή.
- Με τόσες δουλειές, ζορίζομαι να προλάβω τις προθεσμίες.
- Όταν πρέπει να μιλήσω μπροστά σε κόσμο, ζορίζομαι να συγκεντρωθώ.
- Με τα οικονομικά έτσι όπως είναι, ζορίζομαι να τα βγάλω πέρα.
- Στη δύσκολη συζήτηση, ζορίζομαι να πω αυτό που σκέφτομαι.