κλονίζω
ρήμα1. Προκαλώ ταλάντωση, δόνηση ή ασταθή κίνηση σε κάτι, συνήθως με δύναμη.
2. Επηρεάζω έντονα την ψυχική ή συναισθηματική σταθερότητα κάποιου ή κάτι, προκαλώντας ανησυχία ή αναστάτωση.
Συνώνυμα
συγκλονίζω ταλανίζω σαλεύω ταράζω σείω αποθαρρύνω ταρακουνώ αναταράσσω συνταράσσω σαρδώνω δαμάζω βλάπτω πληγώνω απογοητεύω αποδιοργανώνω καταρρίπτω κουνώ αποδυναμώνω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο σεισμός κλόνισε τα κτίρια της πόλης.
- Η είδηση κλόνισε την εμπιστοσύνη του κοινού.
- Οι συνεχείς κατηγορίες κλόνισαν τη φήμη του πολιτικού.
- Η απώλεια του φίλου της την κλόνισε βαθιά.
- Η ασθένεια κλόνισε την υγεία του για μήνες.