τσακίζομαι

ρήμα

1. Υποβάλλομαι σε σύνθλιψη ή δίπλωση, χάνω το σχήμα μου ή διαλύομαι σε κομμάτια εξαιτίας πίεσης, κρούσης ή φθοράς.

2. Εξαντλούμαι σωματικά ή ψυχικά μετά από έντονη ή συνεχή κόπωση.

Συνώνυμα

εξαντλούμαι ξεθεώνομαι ξεπατώνομαι σπάζομαι συντρίβομαι συνθλίβομαι ραγίζομαι ξεκαρδίζομαι ηττούμαι κατατροπώνομαι κουράζομαι λιώνομαι διαλύομαι καταρρέω γελάω ταπεινώνομαι χτυπιέμαι κόβομαι σκίζομαι λυγίζω μοχθώ

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Κάθε μέρα τσακίζομαι στη δουλειά για να προλάβω τις προθεσμίες.
  • Με αυτά τα παπούτσια τσακίζομαι όταν περπατάω για πολλή ώρα.
  • Στις αστείες σκηνές τσακίζομαι στα γέλια.
  • Από την υπερπροσπάθεια στο γυμναστήριο τσακίζομαι και πονάνε οι μύες μου.
  • Με την άνοδο των τιμών τσακίζομαι οικονομικά.