καθησυχάζομαι
ρήμα1. Γίνομαι λιγότερο ανήσυχος, φοβισμένος ή ταραγμένος· η διάθεση ή το συναίσθημα ηρεμεί και μειώνεται η ένταση της ανησυχίας.
Συνώνυμα
ηρεμώ ανακουφίζομαι γαληνεύω καταπραΰνομαι παρηγορούμαι ησυχάζω καταλαγιάζω εφησυχάζω χαλαρώνω ξεκουράζομαι αναπαύομαι ηρεμίζομαι
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Κάθε φορά που μου εξηγεί τα πράγματα, καθησυχάζομαι.
- Με το νανούρισμα της μητέρας, καθησυχάζομαι και το μωρό αποκοιμιέται.
- Παρά τις φήμες, καθησυχάζομαι μόνο όταν βλέπω επίσημη ανακοίνωση.
- Δεν καθησυχάζομαι εύκολα, οπότε χρειάζομαι επιπλέον αποδείξεις.
- Με τα νέα δεδομένα, επιτέλους καθησυχάζομαι για το αποτέλεσμα.