πονάω
ρήμα1. Νιώθω ή εκδηλώνω φυσικό πόνο σε σημείο ή στο σώμα γενικά, συχνά λόγω τραυματισμού, ασθένειας ή κόπωσης.
2. Προκαλώ πόνο ή ενόχληση σε κάποιον ή σε κάτι (συνήθως σε δομική ή σωματική μορφή).
Συνώνυμα
Αντώνυμα
ανακουφίζομαι χαίρομαι ευχαριστιέμαι απολαμβάνω ευφραίνομαι παρηγοριέμαι ηρεμώ ξεκουράζομαι γελάω χαμογελάω αναζωογονούμαι ευτυχώ
Παραδείγματα χρήσης
- Νιώθω πως πονάω στο στήθος όταν αναπνέω.
- Μετά την προπόνηση, πονάω πολύ στα πόδια.
- Όταν σκέφτομαι την απώλεια, πονάω ακόμα.
- Πραγματικά πονάω για σένα όταν σε βλέπω να υποφέρεις.
- Κάθε φορά που γελάω πολύ, πονάω στα πλευρά.