τρομάζω

ρήμα

1. Παθαίνω ξαφνική ή έντονη αίσθηση φόβου ή ανησυχίας, συνήθως ως άμεση αντίδραση σε κάποιο απρόσμενο ή απειλητικό ερέθισμα.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Όταν τρομάζω, παγώνει το αίμα μου.
  • Συχνά τρομάζω τα μικρά παιδιά χωρίς να το θέλω όταν μιμούμαι περίεργους ήχους.
  • Κάποιες νύχτες τρομάζω από τους ξαφνικούς θορύβους στο σπίτι.
  • Μερικές φορές τρομάζω να μιλήσω μπροστά σε μεγάλο ακροατήριο.
  • Σκέφτομαι συνεχώς και τρομάζω μήπως χάσουμε το τρένο.