σοβαρεύομαι
ρήμα1. Αλλάζω στάση και τρόπο έκφρασης· παύω να αστειεύομαι και γίνομαι πιο συγκεντρωμένος και στοχαστικός.
2. Υιοθετώ πιο υπεύθυνη ή επίσημη συμπεριφορά στη λόγια ή στην εμφάνιση, μειώνοντας την ελαφρότητα ή τον παιχνιδιάρικο τόνο.
Συνώνυμα
συνέρχομαι συγκεντρώνομαι συγκρατούμαι επικεντρώνομαι μαζεύομαι εστιάζομαι σοβαρολογώ ηρεμώ ησυχάζω κατασταλάζω περισυλλογίζομαι συλλογίζομαι
Αντώνυμα
αστειεύομαι σκάω χαλαρώνω γελάω παίζω παιχνιδιάζω χαριτολογώ γελώ χαμογελάω τρολάρω ξεκαρδίζομαι ξεσπάω διασκεδάζω
Παραδείγματα χρήσης
- Όταν μιλάμε για σημαντικά θέματα, σοβαρεύομαι.
- Με το που μπήκε ο διευθυντής στην αίθουσα, σοβαρεύομαι.
- Στις δύσκολες στιγμές, σοβαρεύομαι και προσπαθώ να βοηθήσω.
- Παρά τα αστεία, κάποια στιγμή σοβαρεύομαι και σταματάω να γελάω.
- Στην παρουσίαση, όταν αρχίζει το σοβαρό μέρος, σοβαρεύομαι.