κουράζω
ρήμα1. Προκαλώ σε κάποιον σωματική ή ψυχική κόπωση, μειώνοντας την ενέργεια ή την αντοχή του μέσω άσκησης, εργασίας ή παρατεταμένης προσπάθειας.
2. Καταπονώ ή εξαντλώ κάτι (μηχάνημα, οργανισμό, σύστημα) λόγω υπερβολικής χρήσης ή φόρτου.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
ξεκουράζω αναπαύω αναζωογονώ καθηλώνω συναρπάζω ανακουφίζω χαλαρώνω τονώνω ενθουσιάζω ηρεμώ ζωντανεύω
Παραδείγματα χρήσης
- Η μακρά διαδρομή κούρασε τους επιβάτες.
- Η δουλειά στο νοσοκομείο κουράζει πολύ.
- Μην κουράζεις άλλο τον εαυτό σου.
- Το συνεχές διάβασμα κουράζει τα μάτια.
- Η μεγάλη ευθύνη κουράζει τον διευθυντή.
- Μετά από ώρες ορθοστασίας, κουράστηκα πολύ.