σαστίζω
ρήμαΧάνω για λίγο την ψυχραιμία ή την ικανότητα να αντιδράσω καθαρά, επειδή ξαφνιάζομαι, ταράζομαι ή μπερδεύομαι.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Όταν άκουσα τα ξαφνικά νέα, σαστίζω για λίγα δευτερόλεπτα.
- Μπροστά στην απρόσμενη ερώτηση, η Μαρία σαστίζει και δεν ξέρει τι να απαντήσει.
- Ο μικρός σαστίζει κάθε φορά που του μιλούν πολλοί μαζί.
- Εμείς σαστίζουμε όταν αλλάζουν τα σχέδια την τελευταία στιγμή.
- Μόλις είδε το ατύχημα, ο οδηγός σαστίζει από την τρομάρα.