αποσυντονίζω

ρήμα

1. Προκαλώ απώλεια συντονισμού ή συγχρονισμού μεταξύ στοιχείων ενός συστήματος, με αποτέλεσμα δυσλειτουργία ή ανακολουθία στη λειτουργία τους.

Συνώνυμα

απορυθμίζω απορρυθμίζω αποσυγχρονίζω αποσταθεροποιώ αποδιοργανώνω διαταράσσω ταράσσω αναστατώνω αποπροσανατολίζω μπερδεύω ξεβολεύω εκτροχιάζω εκνευρίζω αποθαρρύνω ξενερώνω

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Εγώ αποσυντονίζω την ομάδα όταν αλλάζω το πρόγραμμα την τελευταία στιγμή.
  • Συχνά αποσυντονίζω τους εργαζόμενους με τα αντιφατικά email που στέλνω.
  • Όταν ρυθμίζω λάθος τη συχνότητα, αποσυντονίζω το μηχάνημα.
  • Με το να αλλάζω συνεχώς το μέτρο, αποσυντονίζω τον ρυθμό της μουσικής.
  • Με τις αιφνίδιες ερωτήσεις μου αποσυντονίζω τον συνομιλητή.