θορυβώ

ρήμα

1. Παράγω ή προκαλώ έντονους ή διακριτούς ήχους που γίνονται αντιληπτοί και συχνά διακόπτουν την ησυχία ή την κανονική λειτουργία ενός χώρου.

Συνώνυμα

ενοχλώ εκκωφαντίζω διαταράσσω ταράζω αναστατώνω οχλαγωγώ βουίζω φωνάζω ταράσσω βοάω κραυγάζω βροντώ σφυρίζω κροταλίζω ηχώ συγκλονίζω

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Συνήθως θορυβώ όταν μαγειρεύω τη νύχτα και ξυπνάω τα παιδιά.
  • Με τις συχνές απουσίες μου θορυβώ τους συναδέλφους που πρέπει να αναλάβουν τη δουλειά μου.
  • Μερικές φορές θορυβώ τους γείτονες με το ραδιόφωνο, ειδικά τα Σαββατόβραδα.
  • Όταν αργώ χωρίς εξήγηση θορυβώ τους γονείς μου.
  • Καμιά φορά θορυβώ χωρίς να το καταλάβω και μετά ζητάω συγγνώμη.