φοβερίζω
ρήμαΠροσπαθώ να προκαλέσω φόβο ή ανησυχία σε κάποιον, συνήθως με λόγια, στάση ή απειλή.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο πατέρας δεν θέλει να φοβερίζει τα παιδιά του, αλλά να τα παιδαγωγεί με ηρεμία.
- Μην με φοβερίζεις με απειλές, γιατί δεν πρόκειται να αλλάξω γνώμη.
- Η δασκάλα είπε πως δεν είναι σωστό να φοβερίζουν τον μικρό τους αδελφό.
- Στο χωριό, κάποιοι τον φοβέριζαν για να μην μιλήσει.
- Ο παλιός καπετάνιος συνήθιζε να φοβερίζει τους άπειρους ναύτες για να δείχνει αυστηρός.
- Το αφεντικό φοβερίζει συχνά τους υπαλλήλους με απολύσεις.