παραληρώ
ρήμα1. Μιλάω ή εκφέρω λόγια ανορθόδοξα, ασυνάρτητα και χωρίς λογική εξαιτίας παραληρήματος, πυρετού ή ψυχικής διαταραχής.
2. Εκφράζομαι με υπερβολικό, παθιασμένο ή ανεξέλεγκτο τρόπο, προβαίνοντας σε υπερβολές και ακραίες δηλώσεις για πρόσωπο, ιδέα ή θέμα.
Συνώνυμα
παραμιλώ εκστασιάζομαι τρελαίνομαι παλαβώνω ξεσαλώνω λιβανίζω εξυμνώ υμνώ θριαμβολογώ ενθουσιάζομαι φλυαρώ φωνάζω φωνασκώ κραυγάζω βρίζω λιώνω πανηγυρίζω ξεφωνίζω φρικάρω ουρλιάζω παθιάζομαι συναρπάζομαι
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο ασθενής παραληρούσε από τον πυρετό.
- Οι θαυμαστές παραληρούσαν για τον νέο τραγουδιστή.
- Όταν άκουσε τα νέα, παραλήρησε από χαρά.
- Μην παραληρείς, εξήγησέ το ήρεμα και με λογικά επιχειρήματα.
- Ο ποιητής παραληρούσε στις σελίδες του, περιγράφοντας την ανεξιχνίαστη ομορφιά της νύχτας.