τσακώνομαι
ρήμα1. Συγκρούομαι λεκτικά ή σωματικά με κάποιον λόγω διαφωνίας, έντασης ή θυμού.
2. Έρχομαι σε φιλονικία ή έντονη αντιπαράθεση με κάποιον.
Συνώνυμα
φιλονικώ μαλώνω διαπληκτίζομαι πολεμάω σφάζομαι συγκρούομαι αντιδικώ λογομαχώ κοκορομαχώ πολεμώ αντιπαρατίθεμαι επιχειρηματολογώ μάχομαι παγιδεύομαι
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Συχνά τσακώνομαι με τον αδερφό μου για τα μικρά πράγματα.
- Μην τσακώνεσαι με τους φίλους σου για τόσο ασήμαντους λόγους.
- Χθες τσακώθηκαν οι δύο γείτονες για το πάρκινγκ.
- Αν συνεχίσεις έτσι, θα τσακωθούμε όλοι μεταξύ μας.
- Δεν θέλω να τσακώνομαι στη δουλειά, προτιμώ να λύνω τις διαφωνίες ήρεμα.