κοπανάω
ρήμα1. Κτυπώ επανειλημμένα ή δυνατά κάτι με το χέρι, με εργαλείο ή πάνω σε επιφάνεια.
2. Χτυπώ κάποιον ή κάτι με δύναμη.
3. Απουσιάζω σκόπιμα από μια υποχρέωση, συνήθως από το σχολείο ή τη δουλειά.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο εργάτης κοπανάει το μέταλλο με το σφυρί.
- Μην κοπανάς την πόρτα όταν φεύγεις.
- Έχει συνηθίσει να κοπανάει ψέματα για να γλιτώνει.
- Ο Γιάννης κοπανάει συχνά τη δουλειά και πάει για καφέ.
- Τη νύχτα, οι γείτονες κοπάνησαν τις κατσαρόλες για να διαμαρτυρηθούν.
- Στο εργαστήριο, ο τεχνικός κοπανάει προσεκτικά τα κομμάτια μέχρι να εφαρμόσουν.