χτυπιέμαι
ρήμα1. Κινούμαι απότομα ή με ένταση, συχνά επανειλημμένα, εξαιτίας πόνο, φόβου, συγκίνησης ή προσπάθειας.
2. Δέχομαι ή προκαλώ χτυπήματα.
3. Συμπεριφέρομαι με υπερβολική συναισθηματική ένταση ή αναστάτωση.
Συνώνυμα
σπαράζομαι τσακίζομαι μελανιάζω πρήζομαι ζουλιέμαι παθαίνω σφαδάζω οδύρομαι κουνιέμαι ξεσαλώνω πονώ σφάζομαι τραυματίζομαι
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Όταν βλέπω εκείνη την ταινία, χτυπιέμαι από τα γέλια.
- Κάθε φορά που αργεί το λεωφορείο, χτυπιέμαι από την αγωνία.
- Στο σκοτάδι, το παιδί χτυπιέται πάνω στα έπιπλα.
- Ο αθλητής χτυπιέται δυνατά στο ματς και βγαίνει τραυματισμένος.
- Μετά τον χωρισμό, χτυπιέται και δεν μπορεί να ηρεμήσει.