κοπιάζω
ρήμα1. Καταβάλλω έντονη σωματική ή πνευματική προσπάθεια για την εκτέλεση ενός έργου ή την επίτευξη ενός σκοπού.
2. Υποβάλλομαι σε κόπωση, με μείωση σωματικών ή ψυχικών δυνάμεων ως αποτέλεσμα συνεχούς ή επίπονης δραστηριότητας.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Κοπιάζω κάθε μέρα για να τα φέρω βόλτα.
- Μην κοπιάζεις, θα φέρω εγώ το φαγητό.
- Κόπιασε να μας επισκεφτείς όταν έρθεις στην πόλη.
- Κοπιάζοντας όλη τη μέρα στο χωράφι, κατάφερε να τελειώσει τη σπορά.
- Κοπιάσαμε πολύ για να ολοκληρώσουμε το έργο εγκαίρως.