παραμένω
ρήμα1. Διατηρώ τη θέση ή την παρουσία μου σε έναν τόπο χωρίς να απομακρύνομαι ή να μετακινούμαι.
2. Συνεχίζω να βρίσκομαι σε ορισμένη κατάσταση, ιδιότητα ή διάθεση χωρίς ουσιώδη μεταβολή.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
φεύγω αναχωρώ αποχωρώ απέρχομαι απομακρύνομαι εξαφανίζομαι γίνομαι πηγαίνω περνάω περνώ αλλάζω βγαίνω προχωράω παρατάω ξεφεύγω πάω παρατώ περπατάω μετακομίζω κινούμαι απογίνομαι ταξιδεύω παραιτούμαι ξαναέρχομαι κυκλοφορώ γυρνάω γυρίζω αποδημώ βηματίζω διαβαίνω εκλείπω εκπίπτω καταλείπω μεταβάλλομαι μετακινούμαι μετακινώ ξεγλιστράω οδεύω περιπλανιέμαι περιφέρομαι πετάγομαι πορεύομαι σβήνομαι αλωνίζω διασχίζω εξατμίζομαι μεταβαίνω μετακομίζομαι μεταμορφώνομαι μεταναστεύω μετατρέπομαι ξεγλιστρώ ξεκουμπίζομαι ξεπετάγομαι παρελαύνω περιδιαβαίνω πετιέμαι τριγυρίζω τριγυρνώ αποσύρομαι εγκαταλείπω αφίσταμαι γυρνώ κουνιέμαι σηκώνομαι χορεύω πηδάω προχωρώ ξεπερνάω απολύομαι διαφεύγω δραπετεύω αναθεωρώ αποβιβάζομαι αφανίζομαι βαδίζω ενεργώ εξέρχομαι λυγίζω προσαρμόζομαι προσπερνώ υποχωρώ ακυρώνομαι αναιρούμαι διαγράφομαι ξεμυτίζω περιπατώ προσαρμόζω στριφογυρίζομαι στριφογυρίζω τελειώνω κουνάω κατευθύνομαι στρίβω ξαναγίνομαι παραδίνομαι αποκλίνω αποκόπτομαι απορρίπτομαι εκχωρώ ηττώνομαι ξεπερνώ ορμάω παραπέμπω παρεμβαίνω στρέφω απεγκλωβίζομαι αρθρώνω εκφεύγω καταφτάνω τοποθετούμαι καταργούμαι ξεσκεπάζομαι
Παραδείγματα χρήσης
- Ο ασθενής παραμένει στο νοσοκομείο για παρακολούθηση.
- Παρά τις αλλαγές, η γνώμη της παραμένει αμετάβλητη.
- Μετά τη συνάντηση, πολλά ερωτήματα παραμένουν αναπάντητα.
- Στο έργο παραμένουν αρκετές εκκρεμότητες.
- Οι άλλοι έφυγαν, αλλά ο Γιώργος παραμένει για να τελειώσει τη δουλειά.