απορρίπτομαι

ρήμα

1. Υποβάλλομαι σε απόρριψη ως μη αποδεκτό από αρμόδιο ή διαδικασία, όπως για αίτηση, πρόταση, ιδέα ή επιχείρημα.

2. Αφαιρούμαι ή πετιέμαι από χρήση ή κατοχή ως άχρηστο ή ανεπιθύμητο αντικείμενο.

Συνώνυμα

κόβομαι αποκλείομαι ακυρώνομαι αποπέμπομαι αποκρούομαι αποφεύγομαι διαψεύδομαι αγνοούμαι αποδοκιμάζομαι σβήνομαι αποσύρομαι απωθούμαι παραλείπομαι αφαιρούμαι ξεσκαρτάρομαι αναιρούμαι

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Απορρίπτομαι από την επιτροπή για τη θέση, παρόλο που είχα όλες τις προϋποθέσεις.
  • Απορρίπτομαι συχνά στις συζητήσεις όταν προτείνω ριζικές αλλαγές.
  • Απορρίπτομαι από το δικαστήριο όταν δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία για την υπόθεση.
  • Απορρίπτομαι μαζί με τα ελαττωματικά προϊόντα κατά τη διαδικασία απόρριψης.
  • Απορρίπτομαι ως διπλή αίτηση όταν υποβάλλω την ίδια φόρμα δύο φορές.