ξεπετάγομαι
ρήμα1. Μεταβαίνω ή εμφανίζομαι ξαφνικά και για πολύ σύντομο χρόνο σε κάποιο μέρος, πραγματοποιώντας βιαστική ή ευκαιριακή επίσκεψη.
2. Ολοκληρώνω ή διεκπεραιώνω κάτι γρήγορα και συχνά επιπόλαια, χωρίς να επεκτείνομαι σε λεπτομέρειες.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ξαφνικά ξεπετάγομαι από το δωμάτιο για να δω ποιος χτύπησε το κουδούνι.
- Κάθε πρωί ξεπετάγομαι από το κρεβάτι μόλις χτυπήσει το ξυπνητήρι.
- Από πίσω από το δέντρο ξεπετάγομαι και τους κάνω πλάκα.
- Μετά από λίγο καιρό, ξεπετάγομαι στη δουλειά ως ο καλύτερος της ομάδας.