επιβιώνω
ρήμα1. Συνεχίζω να ζω ή να υπάρχω μετά από επικίνδυνο γεγονός, τραυματισμό, ασθένεια ή ακραίες συνθήκες.
2. Καταφέρνω να διατηρήσω τη λειτουργία ή την παρουσία μου σε αντίξοες συνθήκες (για οργανισμούς, είδη, επιχειρήσεις, συστήματα).
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Στο βουνό, χωρίς βοήθεια, επιβιώνω με νερό και τα ελάχιστα τρόφιμα που βρήκα.
- Με τους χαμηλούς μισθούς, δυσκολεύομαι αλλά επιβιώνω από μήνα σε μήνα.
- Μετά το σοβαρό ατύχημα, είναι θαύμα που ακόμα επιβιώνω.
- Στη δουλειά με τον έντονο ανταγωνισμό, κάθε μέρα επιβιώνω.
- Παρά τη μοναξιά και το άγχος, με την υποστήριξη φίλων επιβιώνω.
- Σε αυτό το σκληρό περιβάλλον, πιστεύω ότι τελικά επιβιώνω.