μετακομίζω
ρήμα1. Αλλάζω τόπο διαμονής εγκαθιστώντας τα οικιακά αντικείμενα και τις προσωπικές ιδιοκτησίες σε νέο σπίτι ή διαμέρισμα.
Συνώνυμα
μετοικίζω μετοικίζομαι μεταστεγάζομαι μετακομίζομαι μεταφέρομαι μετακινώμαι εγκαθίσταμαι μεταναστεύω ξεσπιτώνομαι φεύγω αποχωρώ μετατοπίζομαι μεταβαίνω μεταφέρω αποδημώ μετακινώ
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Κάθε καλοκαίρι μετακομίζω στο σπίτι των παππούδων μου.
- Την επόμενη εβδομάδα θα μετακομίσουμε σε καινούργιο διαμέρισμα.
- Πέρυσι μετακομίσαμε στην επαρχία για λόγους εργασίας.
- Το γραφείο μετακομίζει στο κέντρο της πόλης.
- Έχεις μετακομίσει ποτέ σε άλλη πόλη;