εξατμίζομαι
ρήμα1. Μετατρέπομαι από υγρή ή στερεή κατάσταση σε αέρια μορφή και διαφεύγω ως ατμός.
2. Χάνομαι ή διαλύομαι σταδιακά, ώστε να παύω να υπάρχω ή να είμαι ορατός/ή.
3. Αποβάλλομαι υπό μορφή αερίων από σωλήνα, κινητήρα ή άλλο σύστημα ως καυσαέρια ή ατμοί.
Συνώνυμα
εξαχνώνομαι ατμίζομαι εξαφανίζομαι χάνομαι εξαϋλώνομαι διαλύομαι σκορπίζομαι διαφεύγω σβήνομαι αφανίζομαι
Αντώνυμα
συμπυκνώνομαι υγροποιούμαι εμφανίζομαι παραμένω μένω συγκεντρώνομαι συσσωρεύομαι αναδύομαι επανεμφανίζομαι επανακάμπτω
Παραδείγματα χρήσης
- Το νερό της λίμνης εξατμίζεται γρήγορα τις ζεστές μέρες.
- Η ομίχλη του πρωινού εξατμίζεται καθώς βγαίνει ο ήλιος.
- Μετά τα κακά νέα, η ελπίδα του εξατμίζεται σταδιακά.
- Οι παραδοσιακές συνήθειες εξατμίζονται με την πρόοδο της τεχνολογίας.
- Αισθάνομαι ότι κάθε μέρα λίγο-λίγο εξατμίζομαι.