εξέρχομαι

ρήμα

1. Βγαίνω από το εσωτερικό προς το εξωτερικό ενός χώρου, μέσου ή σημείου, με κίνηση από μέσα προς τα έξω.

2. Αποχωρώ από θέση, κατάσταση ή εκδήλωση, σταματώ να συμμετέχω ή να βρίσκομαι εκεί.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Κάθε πρωί εξέρχομαι από το σπίτι στις επτά.
  • Ο ασθενής εξέρχεται από το νοσοκομείο αύριο.
  • Μετά από έντονες διαφωνίες, η σύμβουλος εξέρχεται από την επιτροπή.
  • Το θέμα εξέρχεται της αρμοδιότητας του υπουργείου.
  • Μετά το πρόγραμμα κατάρτισης, οι συμμετέχοντες εξέρχονται πιο έμπειροι.