αποβιβάζομαι

ρήμα

1. Κατεβαίνω από πλεούμενο, αεροσκάφος ή άλλο μέσο μεταφοράς και περνώ στη στεριά, στο έδαφος ή σε άλλη σταθερή επιφάνεια.

2. Απομακρύνω ή βγάζω φορτίο, ζώα ή επιβάτες από μέσο μεταφοράς.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Στο λιμάνι αποβιβάζομαι πάντα τελευταίος.
  • Όταν το λεωφορείο φτάνει στη στάση, αποβιβάζομαι γρήγορα.
  • Μετά την προσγείωση αποβιβάζομαι από το αεροπλάνο.
  • Αν το τρένο καθυστερεί πολύ, αποβιβάζομαι και παίρνω ταξί.
  • Σε κάθε νέα αρχή αποβιβάζομαι και προσπαθώ να προσαρμοστώ.